Οπλοφορία, χρήση πυροβόλων όπλων από αστυνομικούς. ΝΟΜΟΣ 3169/2003

α. Αστυνομικοί είναι το αστυνομικό προσωπικό, οι ειδικοί φρουροί και οι συνοριακοί φύλακες.
β. Οπλισμός είναι τα όπλα και πυρομαχικά που επιτρέπεται να φέρει ο αστυνομικός και διακρίνεται σε στατικό, υπηρεσιακό ατομικό και ιδιωτικό ατομικό. Στατικός είναι ο οπλισμός που παρέχεται στον αστυνομικό από την υπηρεσία για την εκτέλεση συγκεκριμένης αποστολής, μετά το περάς της οποίας επιστρέφεται και φυλάσσεται σε αυτήν. Υπηρεσιακός ατομικός οπλισμός είναι ο οπλισμός που χρεώνεται από την υπηρεσία στον αστυνομικό για να ευρίσκεται στην κατοχή του. Ιδιωτικός ατομικός οπλισμός είναι ο οπλισμός που ανήκει στον αστυνομικό κατά κυριότητα.
γ. Οπλοφορία είναι η συναποκόμιση οπλισμού που βρίσκεται στη διάθεση του αστυνομικού για άμεση χρήση.
δ. Χρήση πυροβόλου όπλου είναι η κατά τον προορισμό του ενεργοποίηση του όπλου και η εκτόξευση βλήματος (πυροβολισμός). Ο πυροβολισμός, ανάλογα με το στόχο της βολής, κλιμακώνεται σε:
(1) εκφοβιστικό, όταν δεν στοχεύεται η πλήξη οποιουδήποτε στόχου,
(2) κατά πραγμάτων, όταν στοχεύεται η πλήξη πραγμάτων,
(3) ακινητοποίησης, όταν στοχεύεται η πλήξη μη ζωτικών σημείων του σώματος ανθρώπου και ιδίως των κάτω άκρων αυτού και
(4) εξουδετέρωσης, όταν στοχεύεται η πλήξη ανθρώπου και πιθανολογείται ακόμη και ο θάνατος του.
ε. Ένοπλη επίθεση υπάρχει όταν ο επιτιθέμενος χρησιμοποιεί όπλο του άρθρου 1 του ν. 2168/1993 εναντίον προσώπου ή απειλεί άλλον με άμεση χρήση του. Ως ένοπλη επίθεση θεωρείται και η απειλή με πειστική απομίμηση όπλου ή με ανενεργό όπλο.
Άρθρο 2: Προϋποθέσεις οπλοκατοχής και οπλοφορίας
Σχόλια: Η εντός "..." περ. ε της παρ. 4 αντικαταστάθηκε με τη παρ. 2 άρθρου 4 Ν. 3206/2003 (ΦΕΚ Α 298).
Ο αστυνομικός επιτρέπεται να κατέχει και να φέρει τον οπλισμό, για τον οποίο έχει εκπαιδευθεί, εφόσον κρίνεται σωματικά και ψυχικά κατάλληλος. Ο αστυνομικός φέρει τον στατικό οπλισμό, συμφωνά με τις διατάξεις του π.δ. 141/1991 (ΦΕΚ58Α'). Ο αστυνομικός φέρει πάντοτε υπηρεσιακό ατομικό οπλισμό κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του, επιτρέπεται δε να φέρει αυτόν και εκτός υπηρεσίας. Κατ' εξαίρεση ο αστυνομικός δεν φέρει οπλισμό στις περιπτώσεις του άρθρου 9 του ν. 2168/1993, όταν απαγορεύεται από την εκλογική νομοθεσία και κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του κατόπιν σχετικής διαταγής. Η διαταγή αυτή δίδεται, αν κρίνεται ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η οπλοφορία δεν είναι αναγκαία ή είναι επικίνδυνη για την επιτυχία της αποστολής ή για την ασφάλεια του ίδιου η των πολιτών ή για τη φύλαξη του οπλισμού.
Ο αστυνομικός, όταν βρίσκεται εκτός υπηρεσίας ή δεν επιτρέπεται να οπλοφορεί κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του, μπορεί να παραδίδει τον ατομικό του οπλισμό προς φύλαξη στην Υπηρεσία του.
Ο αστυνομικός απαγορεύεται να οπλοφορεί στις περιπτώσεις που τελεί σε κατάσταση μακράς αναρρωτικής αδείας ή υπηρεσίας γραφείου ή μόνιμης διαθεσιμότητας ή διαθεσιμότητας για λόγους πειθαρχίας ή αργίας με πρόσκαιρη παύση ή αργίας με απόλυση ή έχει χαρακτηρισθεί ως μη κατάλληλος να οπλοφορεί.
Ο αστυνομικός υποχρεούται να παραδίδει τον ατομικό του οπλισμό στην Υπηρεσία του:
α. Οταν τίθεται σε κατάσταση, κατά τη διάρκεια της οποίας απαγορεύεται να οπλοφορεί, εκτός αν, για ειδικούς λόγους που αφορούν την ασφάλεια του, ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας του επιτρέψει να οπλοφορεί.
β. Οταν παραπέμπεται να δικαστεί για οποιοδήποτε έγκλημα του νόμου αυτού ή του ν. 2168/1993 ή καταδικασθεί, έστω και με οριστική απόφαση, σε οποιαδήποτε ποινή για παράβαση των προαναφερόμενων νόμων. Στην τελευταία περίπτωση ο αστυνομικός δεν επιτρέπεται να οπλοφορεί για δύο (2) χρόνια από την παράδοση του οπλισμού. Αν πριν τη συμπλήρωση της διετίας ο αστυνομικός απαλλαγεί ή αθωωθεί με τελεσίδικη απόφαση, ο οπλισμός επιστρέφεται σε αυτόν.
γ. Όταν διατάσσεται σχετικά από τον διοικητή του ή τους ιεραρχικά προϊσταμένους αυτού, επειδή υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις κακής χρήσης ή πλημμελούς φύλαξης του όπλου, ιδίως για λόγους υγείας ή παραβίασης των κανόνων και μέτρων ασφαλείας. Αν οι ενδείξεις κακής χρήσης του όπλου οφείλονται σε λόγους ψυχικής υγείας, απαιτείται σύμφωνη γνώμη του ψυχολόγου της Υπηρεσίας, εφόσον αυτός υπάρχει. Κατά της ανωτέρω διαταγής ο αστυνομικός μπορεί να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του ιεραρχικώς προϊσταμένου αυτού που την εξέδωσε εντός προθεσμίας δέκα ημερών. Η προθεσμία και η άσκηση της προσφυγής δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της διαταγής. Η διαταγή αυτή παύει να ισχύει μετά την παρέλευση τριών μηνών από την έκδοση της. Ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας μπορεί να την παρατείνει για ένα ακόμη τρίμηνο. Ο Αρχηγός, σε περίπτωση που οι ενδείξεις κακής χρήσης του όπλου οφείλονται σε λόγους ψυχικής υγείας του αστυνομικού, παραπέμπει αυτόν στην Επιτροπή του άρθρου 4.
δ. Όταν δεν πιστοποιείται η ικανότητα του στο χειρισμό των όπλων κατά τη συντηρητική εκπαίδευση. "
ε. Όταν χαρακτηρίζεται ως μη κατάλληλος να οπλοφορεί σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 5 του άρθρου 4."
Ο αστυνομικός, που εμπίπτει στις διατάξεις των εδαφίων δ' και ε' της προηγούμενης παραγράφου, δεν λαμβάνει το επίδομα ειδικής απασχόλησης Δημόσιας Τάξης και Ασφάλειας του εδαφίου β' της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του ν. 2448/1996 (ΦΕΚ 279 Α'), όπως ισχύει κάθε φορά, και δεν επιτρέπεται να εισαχθεί στη Σχολή Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας. Αν πρόκειται για αξιωματικό, εφαρμόζονται ως προς την εξέλιξη και την τοποθέτηση του οι διατάξεις που ισχύουν για τους αξιωματικούς της κατάστασης υπηρεσίας γραφείου.
Ο αστυνομικός, που σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού κατέχει υπηρεσιακό ατομικό οπλισμό, επιτρέπεται να κατέχει και να φέρει και ιδιωτικό ατομικό οπλισμό, για τον οποίο χορηγείται από την Υπηρεσία άδεια αγοράς και άδεια κατοχής και οπλοφορίας.
Ο αστυνομικός επιτρέπεται να φέρει τον ιδιωτικό ατομικό οπλισμό με τις ίδιες προϋποθέσεις που φέρει και τον υπηρεσιακό ατομικό οπλισμό. Ο ιδιωτικός ατομικός οπλισμός που φέρει ο αστυνομικός κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του θεωρείται ως υπηρεσιακός. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται αναλόγως και για τον ιδιωτικό ατομικό οπλισμό. Σε περίπτωση υποχρεωτικής παράδοσης αυτού, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των εδαφίων ε' και στ' της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου ή λόγω θέσεως του αστυνομικού σε κατάσταση υπηρεσίας γραφείου ή μόνιμης διαθεσιμότητας, ανακαλείται η άδεια κατοχής και οπλοφορίας και εφαρμόζονται περαιτέρω οι διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 10 του ν. 2168/1993. Στις λοιπές περιπτώσεις υποχρεωτικής παράδοσης, ο οπλισμός φυλάσσεται στην Υπηρεσία μέχρι να αρθούν οι λόγοι παράδοσης του.
Με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, που δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ρυθμίζονται τα θέματα που αφορούν την προμήθεια, την κατανομή και το είδος του οπλισμού που χρεώνεται στις Υπηρεσίες και το προσωπικό ανάλογα με την υπηρεσιακή του θέση, τον τρόπο ανάρτησης και μεταφοράς αυτού, την επιθεώρηση και εναποθήκευση του οπλισμού, την ανάλωση των πυρομαχικών, τη φύλαξη και συντήρηση του οπλισμού, τα μέτρα ασφαλείας και τα μέτρα για την πρόληψη ατυχημάτων, τις υποχρεώσεις του προσωπικού και των Υπηρεσιών για τον οπλισμό, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.
Άρθρο 3: Χρήση πυροβόλου όπλου και αρχές που τη διέπουν
Ο αστυνομικός επιτρέπεται κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του να προτάσσει το πυροβόλο όπλο, εφόσον συντρέχει κίνδυνος ένοπλης επίθεσης σε βάρος αυτού ή τρίτου.
Ο αστυνομικός επιτρέπεται να κάνει χρήση πυροβόλου όπλου, εφόσον αυτό απαιτείται για την εκπλήρωση του καθήκοντος του και συντρέχουν οι παρακάτω προϋποθέσεις:
α. Εχουν εξαντληθεί όλα τα ηπιότερα του πυροβολισμού μέσα, εκτός αν αυτά δεν είναι διαθέσιμα ή πρόσφορα στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ηπιότερα μέσα είναι ιδίως παραινέσεις, προτροπές, χρήση εμποδίων, σωματικής βίας, αστυνομικής ράβδου, επιτρεπτών χημικών ουσιών ή άλλων ειδικών μέσων, προειδοποίηση για χρήση πυροβόλου όπλου και απειλή με πυροβόλο όπλο.
β. Εχει δηλώσει την ιδιότητα του και έχει απευθύνει σαφή και κατανοητή προειδοποίηση για την επικείμενη χρήση πυροβόλου όπλου, παρέχοντας επαρκή χρόνο ανταπόκρισης, εκτός αν αυτό είναι μάταιο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες ή επιτείνει τον κίνδυνο θανάτου ή σωματικής βλάβης.
γ. Η χρήση πυροβόλου όπλου δεν συνιστά υπερβολικό μέτρο σε σχέση με το είδος της απειλούμενης βλάβης και την επικινδυνότητα της απειλής.
Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου επιβάλλεται η ηπιότερη χρήση του πυροβόλου όπλου, εκτός αν αυτό είναι μάταιο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες ή επιτείνει τον κίνδυνο θανάτου ή σωματικής βλάβης. Ως ηπιότερη χρήση πυροβόλου όπλου νοείται η κατά το εδάφιο δ' του άρθρου 1 κλιμάκωση της χρήσης του με τη μικρότερη δυνατή και αναγκαία προσβολή.
Ο εκφοβιστικός πυροβολισμός ή ο πυροβολισμός κατά πραγμάτων επιτρέπεται, ιδίως σε περιπτώσεις κινδύνου από ζώο ή προειδοποίησης για πυροβολισμό εναντίον ανθρώπου, εφόσον έχουν ληφθεί όλα τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να μην πληγεί άνθρωπος από αστοχία ή εξοστρακισμό του βλήματος. Πυροβολισμός κατά οχήματος, που ενέχει κίνδυνο τραυματισμού επιβαίνοντος προσώπου, επιτρέπεται μόνο υπό τις προϋποθέσεις της επόμενης παραγράφου.
Ο πυροβολισμός ακινητοποίησης επιτρέπεται, αν αυτό απαιτείται:
α. για την απόκρουση ένοπλης επίθεσης, εφόσον η επίθεση άρχισε ή επίκειται, ώστε κάθε καθυστέρηση αντίδρασης να καθιστά αναποτελεσματική την άμυνα.
β. για την αποτροπή επικείμενης τέλεσης ή εξακολούθησης κοινώς επικίνδυνου κακουργήματος ή κακουργήματος που τελείται με χρήση ή απειλή σωματικής βίας.
γ. για τη σύλληψη καταδικασθέντος ή υποδίκου ή καταδιωκομένου που καταλαμβάνεται να τελεί επ' αυτοφώρω κακούργημα ή πλημμέλημα, εφόσον αντιδρά στη σύλληψη του και υπάρχει άμεσος κίνδυνος να κάνει χρήση όπλου.
δ. για την αποτροπή παράνομης εισόδου στη χώρα ή εξόδου από αυτή προσώπων που επιχειρούν παράνομη διακίνηση ανθρώπων ή πραγμάτων και φέρουν όπλα του εδαφίου α' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 21687 1993.
ε. για την προστασία εγκαταστάσεων κοινής ωφέλειας ή χώρων, στους οποίους φυλάσσονται αντικείμενα επικίνδυνα για τη δημόσια υγεία ή τη δημόσια τάξη ή πειστήρια εγκλήματος, εφόσον η φύλαξη τους έχει ανατεθεί ειδικά στον αστυνομικό και επιχειρείται βίαιη είσοδος, προσβολή ή αφαίρεση των φυλασσομένων από ένοπλο.
στ. για την αποτροπή απόδρασης ή ελευθέρωσης κρατουμένου που επιχειρείται με ένοπλη επίθεση.
ζ. για την αποτροπή αφοπλισμού αστυνομικού κατά την υπηρεσία του.
Ο πυροβολισμός εξουδετέρωσης επιτρέπεται, αν αυτό απαιτείται:
α. για την απόκρουση επίθεσης ενωμένης με επικείμενο κίνδυνο θανάτου ή βαριάς σωματικής βλάβης ανθρώπου,
β. για τη διάσωση ομήρων, για τους οποίους απειλείται κίνδυνος θανάτου ή βαριάς σωματικής βλάβης.
Πυροβολισμός ακινητοποίησης ή εξουδετέρωσης απαγορεύεται:
α. εφόσον υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να πληγεί τρίτος από αστοχία ή εξοστρακισμό του βλήματος,
β. εναντίον ενόπλου πλήθους, εφόσον υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να πληγούν άοπλοι,
γ. εναντίον ανηλίκου, εκτός αν αποτελεί το μοναδικό μέσο για την αποτροπή επικείμενου κινδύνου θανάτου. Ως ανήλικος θεωρείται το πρόσωπο που δεν έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του,
δ. εναντίον προσώπου που τρέπεται σε φυγή, όταν καλείται να υποστεί νόμιμο έλεγχο.
Οταν οι αστυνομικοί ενεργούν ως ομάδα, για τη χρήση πυροβόλου όπλου, απαιτείται προσταγή του επικεφαλής αυτής, εκτός αν ο αστυνομικός δέχεται επίθεση, από την οποία απειλείται βαριά σωματική βλάβη ή θανάτωση του.
Αντισυνταγματική ή προδήλως παράνομη διαταγή ανωτέρου για χρήση πυροβόλου όπλου δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του αστυνομικού.
Κάθε περίπτωση χρήσης όπλων από αστυνομικό αναφέρεται αμέσως στην αρμόδια αστυνομική Υπηρεσία και Δικαστική Αρχή.
Αρθρο 4 : Έλεγχος καταλληλότητας
Αρθρο 5 : Εκπαίδευση στην Οπλoτεχνική - Σκοποβολή
Αρθρο 6 : Ποινικές κυρώσεις
Αρθρο 7 :Σύσταση θέσεων ψυχιάτρων και ψυχολόγων
Οι οργανικές θέσεις των ιατρών - οδοντιάτρων και ψυχολόγων της Ελληνικής Αστυνομίας, που προβλέπονται στο άρθρο 19 παρ. 2 του ν. 2800/2000, όπως ο αριθμός αυτών διαμορφώθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 1 του π.δ.261/2002 (ΦΕΚ 232 Α'), αυξάνονται κατά πέντε και πενήντα πέντε, αντίστοιχα, στο βαθμό του Αστυνομικού Διευθυντή μέχρι και Υπαστυνόμου Β'. Από τον ως άνω συνολικό αριθμό οργανικών θέσεων ιατρών - οδοντιάτρων επτά θέσεις καλύπτονται υποχρεωτικά από ιατρούς με ειδικότητα ψυχιάτρου. .ια την κατανομή των θέσεων, την τοποθέτηση και την υπαγωγή των ψυχολόγων, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για τους Υγειονομικούς Αξιωματικούς της Ελληνικής Αστυνομίας. Οι ψυχολόγοι μπορούν να τοποθετούνται και σε Υπηρεσίες στις οποίες δεν λειτουργεί Κεντρικό ή Περιφερειακό Ιατρείο.
Αρθρο 8 : Καταργούμενες διατάξεις
Αρθρο 9: Τροποποίηση διατάξεων του ν. 2168/1993 (ΦΕΚ 147 Α')
1 .Τα δύο τελευταία εδάφια της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 2168/1993 αντικαθίστανται με νέο εδάφιο.
2. Η περίπτωση β της παραγράφου 6 του άρθρου 2 του ν. 2168/1993 καταργείται.
3. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 10 του άρθρου 2 του ν. 2168/1993 αντικαθίσταται.
4. Το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 2168/1993 καταργείται.
5. Η περίπτωση α' της παραγράφου 5 του άρθρου 6 του ν. 2168/1993 αντικαθίσταται.
6. Η περίπτωση β' της παραγράφου 5 του άρθρου 6 του ν. 2168/1993 αντικαθίσταται.
7. Η παράγραφος 2 του άρθρου 27 του ν. 2168/1993 αντικαθίσταται.
8. Η προθεσμία της παρ. 3 του άρθρου 29 του ν. 2168/1993, όπως παρατάθηκε με το άρθρο 4 του ν. 2334/1995 (ΦΕΚ 184 Α') και το άρθρο 4 του ν. 2452/1996 (ΦΕΚ 283 Α') και ανανεώθηκε με το άρθρο 34 του ν. 2800/2000 (ΦΕΚ 41 Α'), ανανεώνεται για ένα έτος από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου.
Αρθρο 10 : ΑΔΕΙΑ ΠΑΡΑΜΟΝΗΣ ΑΛΛΟΔΑΠΟΙ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ
Αρθρο 11: Έναρξη ισχύος
Δημοσίευση σχολίουDefault CommentsFacebook Comments